Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

Mannlicher-Schönauer: O θρύλος του Ελληνικού Στρατού


Το Mannlicher είναι το όπλο που έχει συνδέσει το όνομά του με τις μεγαλύτερες νίκες του Ελληνικού Στρατού, στον 20ο αιώνα.
Χρησιμοποιήθηκε από το 1912 μέχρι το 1941 από τον στρατό.
Τα πρώτα τυφέκια και οι αραβίδες του τύπου παραλήφθηκαν το 1906, έχοντας παραγγελθεί από την κυβέρνηση Θεοτόκη, στο πλαίσιο της απόφασης αναδιοργάνωσης του Ελληνικού Στρατού μετά τη ντροπιαστική ήττα του 1897.
Η πρώτες παραγγελίες αφορούσαν 130.000 τυφέκια υποδείγματος Μ-1903 και αγοράστηκαν από τον αυστριακό οίκο Steyr.
Το 1921 αγοράστηκαν τυφέκια υποδείγματος , Μ-1903/14. Το 1925 αγοράστηκαν 100.000 ιταλικής κατασκευής από τον οίκο Breda.
Το 1930 αγοράστηκαν μερικά τυφέκια και αραβίδες υποδείγματος M-1903/14, S-30.
Τα ελληνικά Mannlicher είχαν διαμέτρημα 6,5 χλστ. Για τον λόγο αυτό ήταν μοναδικά και έμειναν γνωστά ως «ελληνικά Mannlicher».
Τα Μ-1903 είχαν βάρος 3,77 κιλών και τα Μ-1903/14 3,83 κιλών. Οι αραβίδες ήταν ελαφρύτερες, έχοντας βάρος, αντίστοιχα, 3,53 και 3,58 κιλών.
Τα τυφέκια είχαν μήκος 1,225 μ. και οι αραβίδες 1,025 μ.
Το Mannlicher λειτουργούσε με σύστημα κινητού ουραίου και είχε περιστροφική αποθήκη πέντε φυσιγγίων, η οποία αποτελούσε και το μεγάλο του πλεονέκτημα, καθώς αύξανε την ταχυβολία και περιόριζε τους κινδύνους εμπλοκών.
Ο Ελληνικός Στρατός τροποποίησε τις μακρές ξιφολόγχες των παλαιών τυφεκίων Gras, τις οποίες προσάρμοσε στα Mannlicher.
Η θέα των Ελλήνων στρατιωτών που εφορμούσαν κραδαίνοντας τα τυφέκια με τις μεγάλες ξιφολόγχες, ουρλιάζοντας «Αέρα», ήταν ένα ιδιαίτερα τρομακτικό θέαμα για κάθε αντίπαλο.
Το Mannlicher ήταν ένα εξαιρετικό τυφέκιο με μεγάλη ακρίβεια βολής.
Ένας καλά εκπαιδευμένος άνδρας μπορούσε να βάλλει τουλάχιστον 15 βολές ανά λεπτό.
Η ταχύτητα εξόδου της βολίδας από την κάννη ήταν 678 μέτρα ανά δευτερόλεπτο.
Το αποτελεσματικό βεληνεκές του ήταν 600 μ. ενώ το κλισιοσκόπιο είχε διαβαθμίσεις μέχρι τα 2.000 μ.


Το πλέον επιτυχημένο από αυτά τα πειραματικά τυφέκια ήταν το Ελληνικό Mannlicher-Schönauer M1903 των 6,5 mm. Το χαρακτηριστικό κινητό ουραίο ευθείας έλξης καταργήθηκε προς χάριν ενός πιο κλασσικού στρεφόμενου ουραίου, όπως εκείνα των σχεδίων Μάουζερ (Mauser). Αντιγράφοντας τη μέθοδο Mauser, αρκούσε να σηκωθεί και να ξανακατέβει το κινητό ουραίο για να οπλιστεί ο επικρουστήρας. Η αρχή λειτουργίας είχε σχεδιαστεί από το διάσημο Αυστριακό οπλουργό Φέρντιναντ Μάνλιχερ (Ferdinand Mannlicher), εφευρέτη τουγεμιστήρα και δημιουργού πολλών τύπων τυφεκίων που χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες από τους στρατούς πολλών κρατών σε μεγάλους αριθμούς. Η πρωτότυπη, περιστροφική αποθήκη πυρομαχικών σχεδιάστηκε από τον Ότο Σέναουερ (Otto Schönauer), διευθυντή τότε της Österreichische Waffenfabriksgesellschaft (Αυστριακής οπλοβιομηχανίας), της σημερινής Steyr Mannlicher. Το κοίλο κάννης έφερε 4 ραβδώσεις με στροφή από αριστερά προς τα δεξιά, με βάθος 0,15 mm και βήμα (συμπλήρωση στροφής) μήκους 200 mm. H περιστροφική αποθήκη πυρομαχικών προορίζονταν να δώσει λύσεις σε προβλήματα τροφοδοσίας φυσιγγίων, στην θαλάμη, που παρουσίαζαν τότε τα φυσίγγια με προεξέχουσα στεφάνη (προεξέχοντα χείλη βάσεως κάλυκα). Το επιτυχημένο σχέδιο Σενάουερ που χρησιμοποιήθηκε από το Ελληνικό τυφέκιο προσέφερε πράγματι ασφαλέστερη τροφοδοσία αλλά το φυσίγγιο που επέλεξε ο Ελληνικός στρατός δεν διέθετε προεξέχοντα χείλη βάσεως κάλυκα, έτσι που ο περίπλοκος περιστροφικός μηχανισμός δεν προσέφερε ουσιαστικά οφέλη στην προκειμένη περίπτωση.
Ο περιστροφικός μηχανισμός της αποθήκης πυρομαχικών Σενάουερ, που θεωρήθηκε ευπαθής για στρατιωτική χρήση από τις περισσότερες χώρες στις αρχές του αιώνα, δεν παρουσίασε ιδιαίτερα προβλήματα και η απαλή λειτουργία του κομψού και ελαφρού Ελληνικού όπλου συμπληρωνόταν από διάφορες καινοτομίες και πρωτοποριακά εξαρτήματα, που του έδιναν κάποιο προβάδισμα σε σχέση με άλλα πιο διαδεδομένα όπλα. Το Ελληνικό Μάνλιχερ διέθετε επιπρόσθετα μέτρα ασφάλειας και αξιοπιστίας, προερχόμενα από τις υψηλές απαιτήσεις των αγοραστών της κυνηγετικής έκδοσης που τότε θεωρούνταν το «όπλο ενός τζέντλεμαν» και τα οποία δεν είχαν προλάβει να συμπεριληφθούν π.χ. στα διάσημα Γερμανικά Mauser που όπλιζαν τους περισσότερους στρατούς της εποχής. Από αυτή την άποψη, η καθυστερημένη αγορά όπλων νέας γενεάς από την Ελλάδα αποδείχθηκε προνομιακή.
Η Ελλάς θέσπισε τα τυφέκια και τις αραβίδες Μάνλιχερ-Σενάουερ σαν πρωτεύοντα όπλα του στρατού στα 1904. Το πρώτο συμβόλαιο για 60.000 τεμάχια με την κατασκευάστρια εταιρία υπογράφηκε στα τέλη του 1905. Στα 1907άρχισαν οι πρώτες παραλαβές. Μέχρι το ξέσπασμα του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, το Φθινόπωρο του 1912 οΕλληνικός Στρατός είχε παραλάβει συνολικά 130.000 τυφέκια και αραβίδες, καθώς και 100 εκατομμύρια φυσίγγια κατασκευασμένα τόσο στην Αυστροουγγαρία, όσο και στην Ελλάδα από το ΕΠΚ. Το Μάνλιχερ αποτέλεσε το βασικό όπλο των Ελλήνων κατά τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13.
Στα 1914, όταν η εισαγωγή όπλων από την Αυστροουγγαρία διεκόπη απότομα, η ουδέτερη Ελλάδα διέθετε στο οπλοστάσιό της 190.069 τυφέκια και αραβίδες Μάνλιχερ Σενάουερ Μ1903 και Μ1903/14, ενώ το υπόλοιπο της παραγωγής της εμπόλεμης Αυστρίας διοχετεύτηκε στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας. Μέρος εξ αυτών δόθηκε μετά τον πόλεμο στην Ελλάδα από τους συμμάχους. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, στα 1922, το σύνολο των όπλων που είχε απομείνει σε Ελληνικά χέρια έφτανε μόλις τα 96.000 τυφέκια και τις 8.650 αραβίδες, όλα όπλα φθαρμένα, χρήζοντα επισκευών και με παντελή έλλειψη ανταλλακτικών. Η Ιταλία μετά τον πόλεμο είχε παραλάβει ποσότητες πολεμικού υλικού από την Αυστρία ως μέρος των πολεμικών της αποζημιώσεων και άφθονα εξαρτήματα και υλικά Ελληνικών όπλων καθώς και μηχανές παραγωγής πέρασαν στα χέρια της Ιταλικής βιομηχανίας Societa Industria Ernesto Breda. Στα 1925, με την Αυστρία προσωρινά να αδυνατεί να παράγει όπλα λόγω των περιοριστικών όρων της συνθηκολόγησης, η Ελλάδα παρήγγειλε 100.000 νέα τυφέκια στην Ιταλική εταιρία, με κάποιες τροποποιήσεις σε σχέση με τα παλαιότερα όπλα και έτσι δημιουργήθηκε το υπόδειγμα Μ1903/14/27, που άρχισε να παραλαμβάνεται στα 1927 από τον Ελληνικό στρατό. Μια τελευταία παραγγελία έγινε προς την Αυστριακή Steyr Werke AG (SWAG) στα 1930), για 25.000 αραβίδες Μ1903/14/30, οπότε και ολοκληρώθηκε η παραγωγή του όπλου. Συνολικά η Ελλάδα παρέλαβε περίπου 320.000 όπλα Μάνλιχερ Σενάουερ όλων των τύπων, εκ των οποίων λιγότερα από 230.000 απέμεναν πλέον στο Ελληνικό οπλοστάσιο, κατά τις παραμονές του πολέμου με την Ιταλία.
Το Μάνλιχερ αποτέλεσε το κύριο όπλο του Ελληνικού Στρατού σχεδόν για όλο το πρώτο μισό του 20ου αιώνα και οπωσδήποτε το βασικότερο σύντροφο του Έλληνα στρατιώτη στις πλέον σημαντικές πολεμικές περιπέτειες που γνώρισε η χώρα στη σύγχρονη ιστορία της. Κατά τις περιόδους 1912-1922 και 1940-1949, η Ελλάδα βρισκόταν σχεδόν ακατάπαυστα σε κατάσταση πολέμου και μετά τον Α΄ Παγκόσμιο το τουφέκι αυτό χρησιμοποιήθηκε εντατικά στην εκστρατεία της Ανατολικής Θράκης, την εκστρατεία τηςΟυκρανίας, τη Μικρασιατική Εκστρατεία, αλλά και εναντίον των Ιταλών και Γερμανών κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά τη συνθηκολόγηση του Ελληνικού στρατού, δεν ήταν λίγοι οι στρατιώτες που, επιστρέφοντας στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, πήραν μαζί τους τα όπλα τους, έτσι πολλά πέρασαν στα χέρια της Εθνικής Αντίστασης προσφέροντας ανεκτίμητες υπηρεσίες κυρίως σαν όπλα ακροβολιστών λόγο της μεγάλης ακρίβειας τους,ενώ σε πολλές περιπτώσεις Γερμανοί στρατιώτες προσπαθούσαν να τα αγοράσουν από την μαύρη αγορά σαν δεύτερο όπλο,και αργότερα χρησιμοποιήθηκαν και από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές στον Ελληνικό Εμφύλιο.

ΠΗΓΗ
ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΠΗΓΕΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου